αυτοτελής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτοτελής αυτοτελής αυτοτελές
γενική αυτοτελούς αυτοτελούς αυτοτελούς
αιτιατική αυτοτελή αυτοτελή αυτοτελές
κλητική αυτοτελή(ς) αυτοτελής αυτοτελές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτοτελείς αυτοτελείς αυτοτελή
γενική αυτοτελών αυτοτελών αυτοτελών
αιτιατική αυτοτελείς αυτοτελείς αυτοτελή
κλητική αυτοτελείς αυτοτελείς αυτοτελή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοτελής < αρχαία ελληνική αὐτοτελής < αὐτός + τέλος (πλήρης, ολοκληρωμένος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτοτελής, -ής, -ές

  1. ανεξάρτητος, που έχει ανεξάρτητη ύπαρξη
  2. (στην τηλεόραση) που δεν αποτελεί συνέχεια / μέρος μιας ενιαίας πλοκής, αλλά έχει δική του υπόθεση διατηρώντας παράλληλα κάποια κοινά στοιχεία (όπως τους κεντρικούς χαρακτήρες) με άλλες εκπομπές της ίδιας σειράς
    η νέα δραματική σειρά θα περιλαμβάνει δώδεκα αυτοτελή επεισόδια με κεντρικό ήρωα τον Χ

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]