Μετάβαση στο περιεχόμενο

αὐτός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αυτός

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική      αὐτός      αὐτή      αὐτόν
      γενική αὐτοῦ αὐτῆς αὐτοῦ
      δοτική αὐτ αὐτ αὐτ
    αιτιατική αὐτόν αὐτήν αὐτόν
     κλητική !
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική      αὐτοί      αὐταί      αὐτᾰ́
      γενική αὐτῶν αὐτῶν αὐτῶν
      δοτική αὐτοῖς αὐταῖς αὐτοῖς
    αιτιατική αὐτούς αὐτᾱ́ς αὐτᾰ́
     κλητική !
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ      αὐτώ      αὐτᾱ́      αὐτώ
      γεν-δοτ αὐτοῖν αὐταῖν αὐτοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' - Παράρτημα#Αντωνυμίες

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αὐτός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ew (< αὖ) + *to- (*τός).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /au̯.tós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αὐτός

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

αὐτός, -ή, -ό (οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία)

  1. ο ίδιος, συνήθως όταν συνοδεύεται από άρθρο (ὁ αὐτός)
    τὸ αυτόν (το ίδιο) > ταὐτόν (και ταὐτός) και τὠυτὸ ἂν ὑμῖν (το ιδιο με εσάς)
  2. με δική μου πρωτοβουλία, χωρίς τη βοήθεια κάποιου, μόνος, χωρίς την παρουσία εχθρών
    αὐτὸς ἐγείναο παῖδ᾽ (χωρίς μητέρα)
    αὐτὰ γὰρ ἔστιν ταῦτα (αυτά μόνον και όχι άλλα, αυτά είναι όλα κι όλα)
    αὐτοί ἐσμεν (είμαστε μόνοι ή μεταξύ φίλων)
  3. αυτός
    αὐτήν τε αὐτήν (αυτήν καθαυτή)
    πέμπτος αὐτός (αυτός ήταν ο πέμπτος)
  4. (στη γενική ως κτητικό) του, της
  5. στη σύνθεση των αρχαίων λέξεων :
  • αφ' εαυτού, φυσικός π.χ. αὐτοφυής και αυτοφυής στη νεοελληνική
  • από αυτόν τον ίδιο, υφ' εαυτού π.χ. αὐτοδίδακτος και αυτοδίδακτος στη νεοελληνική
  • μόνο από αυτό, όχι από κάτι άλλο, π.χ. αὐτύξυλος
  • ανεξάρτητος άλλων ή άλλου π.χ. αὐτοκράτωρ και αυτοκράτωρ στη νεοελληνική
  • ο αληθινός, ο σωστός, ακριβώς π.χ. αὐτόδεκα
  • με αυτοπαθή έννοια π.χ. αὐτόκτονος και αυτοκτονώ στη νεοελληνική
  • μαζί με κάποιον άλλο π.χ. αὐτόρριζος (την ίδια ρίζα με άλλον)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]