αὐτός
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | αὐτός | αὐτή | αὐτόν | |||
| γενική | αὐτοῦ | αὐτῆς | αὐτοῦ | |||
| δοτική | αὐτῷ | αὐτῇ | αὐτῷ | |||
| αιτιατική | αὐτόν | αὐτήν | αὐτόν | |||
| κλητική ὦ! | — | — | — | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | αὐτοί | αὐταί | αὐτᾰ́ | |||
| γενική | αὐτῶν | αὐτῶν | αὐτῶν | |||
| δοτική | αὐτοῖς | αὐταῖς | αὐτοῖς | |||
| αιτιατική | αὐτούς | αὐτᾱ́ς | αὐτᾰ́ | |||
| κλητική ὦ! | — | — | — | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | αὐτώ | αὐτᾱ́ | αὐτώ | |||
| γεν-δοτ | αὐτοῖν | αὐταῖν | αὐτοῖν | |||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' - Παράρτημα#Αντωνυμίες | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αὐτός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ew (< αὖ) + *to- (*τός).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /au̯.tós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αὐ‐τός
Αντωνυμία
[επεξεργασία]αὐτός, -ή, -ό (οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία)
- ο ίδιος, συνήθως όταν συνοδεύεται από άρθρο (ὁ αὐτός)
- τὸ αυτόν (το ίδιο) > ταὐτόν (και ταὐτός) και τὠυτὸ ἂν ὑμῖν (το ιδιο με εσάς)
- με δική μου πρωτοβουλία, χωρίς τη βοήθεια κάποιου, μόνος, χωρίς την παρουσία εχθρών
- αὐτὸς ἐγείναο παῖδ᾽ (χωρίς μητέρα)
- αὐτὰ γὰρ ἔστιν ταῦτα (αυτά μόνον και όχι άλλα, αυτά είναι όλα κι όλα)
- αὐτοί ἐσμεν (είμαστε μόνοι ή μεταξύ φίλων)
- αυτός
- αὐτήν τε αὐτήν (αυτήν καθαυτή)
- πέμπτος αὐτός (αυτός ήταν ο πέμπτος)
- (στη γενική ως κτητικό) του, της
- στη σύνθεση των αρχαίων λέξεων :
- αφ' εαυτού, φυσικός π.χ. αὐτοφυής και αυτοφυής στη νεοελληνική
- από αυτόν τον ίδιο, υφ' εαυτού π.χ. αὐτοδίδακτος και αυτοδίδακτος στη νεοελληνική
- μόνο από αυτό, όχι από κάτι άλλο, π.χ. αὐτύξυλος
- ανεξάρτητος άλλων ή άλλου π.χ. αὐτοκράτωρ και αυτοκράτωρ στη νεοελληνική
- ο αληθινός, ο σωστός, ακριβώς π.χ. αὐτόδεκα
- με αυτοπαθή έννοια π.χ. αὐτόκτονος και αυτοκτονώ στη νεοελληνική
- μαζί με κάποιον άλλο π.χ. αὐτόρριζος (την ίδια ρίζα με άλλον)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ἐπὶ τὸ αὐτό : προστιθέμενο, στο σύνολο
- κατὰ τὸ αὐτό : μαζί, ταυτόχρονα
- κατ᾽ αὐτό : μόλις τότε, αμέσως μετά
- αὐτὰ τὰ ἐναντία : ακριβώς το αντίθετο
Σύνθετα
[επεξεργασία]- αὐτόθεν
- αὐτόθι
- αὐτόσε
- αὐτίκα
- αὐθωρεί
- αὐθόμαιμος
- αὐτήκοος
- αὐτογενής
- αὐτοσίδηρος
- αὐτόδηλος
- αὐτόδικος
- αὐτόχειρ
- αὐτόχθων
- αὐτόχρημα
- αὐτοτελής
- αὐτοέντης
- αὐθήμερος
- αὐτοκασίγνητος
- αὐτάδελφος
- αὐτοκίνητος
- αὐτόκλητος
- αὐτοκτονέω
- αὐτόλιθος
- αὐτόκωπος
- αὐτόκτιτος
- αὐτοδάϊκτος
- αὐτόδεκα
- αὐτόσσυτος
- αὐτόστολος
- αὐτόστονος
- αὐτοσφαγής
- αὐτοθελεί
- αὐτοθελής
- αὐτόνοος
- αὐτόνους
- αὐτοετής
- αὐτόμολος
- αὐτότεχνος
- αὐτοκρατής
- αὐθάδης
- αὐθαίρετος
- αὐθαίμων
- αὐθέντης
- αὐτουργός
- αὐτόφωρος
- αὐτοπήμων
- αὐτονυχί
- αὐτονυχεί
- αὐτόρρυτος
- αὐτόρριζος
- αὐτάγρετος
- αὐτοσχέδιος
- αὐτοσχεδόν
- αὐτόγραφος
- αὐτομαθής
- αὐτομάρτυς
- αὐτοματίζω
- αυτόματος
- αὐτομαχέω
- αὐτομολέω
- αὐτόνομος
- αὐτονομέομαι
- αὐτοπρόσωπος
- αὐτόπτης
- αὐτερέτης
- αὐτάρκης
- αὐτεπάγελτος
- αὐτεπώνυμος
- αὐτεπιτάκτης
- αὐτάγγελος
- αὔτανδρος
- αὐτόποιος
- αὐτόπαις
- αὐτόπους
- αὐτοπώλης
- αὐτοκράτωρ
- αὐτόκλαδος
- αὐτοδαής
Πηγές
[επεξεργασία]- αὐτός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- αὐτός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Αντωνυμίες με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Αντωνυμίες 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Αντωνυμίες που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Αντωνυμίες (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)