αὐτοπήμων
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αὐτοπήμων
- που προκάλεσε μόνος του την τύχη του, το κακό που τον βρήκε, τη δυστυχία του
- που θρηνεί μόνος του για τη μεγάλη ατυχία του