αυτεξούσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτεξούσιος <εαυτός+ εξουσιάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτεξούσιος που εξουσιάζει τον εαυτό του, ο κύριος του εαυτού του, ο μη υποκείμενος στην εξουσία άλλου, ανεξάρτητος, ελεύθερος.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

«το αυτεξούσιον της βουλήσεως»

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το ουδέτερο αυτεξούσιο ως ουσιαστικό σημαίνει την ικανότητα ή το δικαίωμα να είναι κάποιος αυτεξούσιος, άλλως αυτεξοσιότητα.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]