αὐτόμολος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αὐτόμολος < αὐτός + ἔμολον (αορ. του βλώσκω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὁ, ἡ αὐτόμολος,ον

  1. αυτός που έρχεται ή πηγαίνει κάπου απρόσκλητος
  2. αυτός που πηγαίνει στις τάξεις του εχθρού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]