βλώσκω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.


Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια,
ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλώσκω με τροπή του ένρινου μ σε β για ευφωνία αφού προηγείται υγρού γράμματος < μλώσκω < μολίσκω (=έρχομαι μετά κόπου) < από το επίρρημα μόλις < μόγις < μόγος (=μεγάλος κόπος) = έρχομαι μετά κόπου και προσπάθειας

μολών λαβέ (=κόπιασε να τα πάρεις)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βλώσκω

  1. ποιητικό ρήμα που σημαίνει έρχομαι και πάω αφού βρίσκω τα ψυχικά αποθέματα
    ἔστε δ᾽ ἂν 'μόλωσιν, εἰς ἀφθονίαν παρέξειν ἔφη καὶ σιτία καὶ ποτά : και μέχρι να βρούν το θάρρος και φτάσουν εκεί, θα τους παράσχει σε αφθονία τρόφιμα και ποτά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • αὐτόμολος = λιποτάκτης, αυτός που βρήκε το θάρρος να αποστρατήσει και να ταχθεί στο αντίπαλο στράτευμα
  • στη φράση μολών λαβέ =βρες τα ψυχικά αποθέματα (τόλμα) κι έλα πάρ' τα
ἀντιμωλία στη φράση δίκη κατ' αντιμωλία = δίκη που γίνεται παρουσία όλων των διαδίκων
ως συνθετικό στο κεντρομόλος

Τύποι[επεξεργασία]

ενεστ.βλώσκω πρτ ἔβλωσκον μέλλων μολοῦμαι και βλώξω αόριστος ἔβλωξα αόριστος β΄ἔμολον και ἔβλων παρακείμενος μέμβλωκα