Μετάβαση στο περιεχόμενο

αὐτοκίνητος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / αὐτοκίνητος τὸ αὐτοκίνητον
      γενική τοῦ/τῆς αὐτοκινήτου τοῦ αὐτοκινήτου
      δοτική τῷ/τῇ αὐτοκινήτ τῷ αὐτοκινήτ
    αιτιατική τὸν/τὴν αὐτοκίνητον τὸ αὐτοκίνητον
     κλητική ! αὐτοκίνητε αὐτοκίνητον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ αὐτοκίνητοι τὰ αὐτοκίνητ
      γενική τῶν αὐτοκινήτων τῶν αὐτοκινήτων
      δοτική τοῖς/ταῖς αὐτοκινήτοις τοῖς αὐτοκινήτοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς αὐτοκινήτους τὰ αὐτοκίνητ
     κλητική ! αὐτοκίνητοι αὐτοκίνητ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ αὐτοκινήτω τὼ αὐτοκινήτω
      γεν-δοτ τοῖν αὐτοκινήτοιν τοῖν αὐτοκινήτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αὐτοκίνητος < αὐτο- + κινητός < αὐτός + κινέω

Επίθετο

[επεξεργασία]

αὐτοκίνητος, -ος, -ον

  1. αυτός που κινείται μόνος του, με δικές του δυνάμεις
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Φυσικά, 258a2 (1.4.48) Αποσπάσματα, ed.Bekker
    ἐδείχθη γὰρ ὡς αὐτοκίνητος μόνος ὁ νοῦς
      2ος κε αιώνας Γαληνός, De usu partium corporis humani I-XI, 4.2, p.3.268 @scaife.perseus
    ἀλλ’ ὥσπερ Ὅμηρος ἐποίησεν αὐτοκίνητα τὰ τοῦ Ἡφαίστου δημιουργήματα, καὶ τὰς μὲν φύσας εὐθὺς ἅμα τῷ κελεῦσαι τὸν δεσπότην παντοίην εὔπρηκτον ἀϋτμὴν ἐξανιείσας, τὰς δὲ θεραπαίνας ἐκείνας τὰς χρυσᾶς ὁμοίως αὐτῷ τῷ δημιουργῷ κινουμένας ἐξ αὑτῶν, οὕτω μοι καὶ σὺ νόει κατὰ τὸ τοῦ ζώου σῶμα μηδὲν ἀργὸν μήτ’ ἀκίνητον, ἀλλὰ πάντα μετὰ τῆς πρεπούσης κατασκευῆς, θείας τινὰς αὐτοῖς δυνάμεις τοῦ δημιουργοῦ χαρισαμένου·
      6ος κε αιώνας, P. Herm. 65, στίχ. 15, (13-15), @papyri.info
    καὶ ὑπὲρ πίστεως καὶ ἀσφαλείας τῆς]
    τούτων ἀποδόσεως ἐντεῦθεν ἤδη ὑποτίθημί̣ [σοι ⁦ -ca.?- ⁩ ἅπαντα τὰ ὑπάρ-]
    χοντά μοι κ̣α̣ὶ̣ ὑ̣π̣άρξοντα̣ πρά̣γματα̣ κινητ̣ά τ̣ε καὶ̣ ἀ̣[κίνητα καὶ αὐτοκίνητα
      6ος κε αιώνας, P.Mich. 13 659, στίχ. 280, (279-281), @papyri.info
    εἰς ἀπαίτησιν πάντα τὰ ὄντα καὶ ἐσόμενα αὐτοῖς
    πράγματα κινητά τε καὶ ἀκίνητα καὶ αὐτοκίνητα
    δικαίῳ ὑ(*)ποθήκης καὶ λόγῳ ἐνεχύρου.
  2. (το ουδέτερο ως ουσιαστικό) ζώο
      3ος κε αιώνας Ἀλέξανδρος ὁ Ἀφροδισιεύς, Ἀπορίαι καὶ λύσεις, (Quaestiones), 2.2.1, @scaife.perseus
    Ἡ ψυχή, φησίν, εἰ κινεῖ αὐτήν, ἤτοι κατ’ ἄλλο μέν τι κινεῖ, κατ’ ἄλλο δέ τι κινεῖται, καὶ οὕτως ἔσται αὐτοκίνητος, ὥστε καὶ τὸ ζῷον αὐτοκίνητόν φαμεν.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]