αἱρέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  αἱρῶ 
Παρατατικός  ᾕρουν  
Μέλλοντας  αἱρήσω 
Αόριστος  εἷλον 
Παρακείμενος  ᾕρηκα 
Υπερσυντέλικος  ᾑρήκειν 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἱρέω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ser-

Ρήμα[επεξεργασία]

αἱρέω/αἱρῶ : αἱρέομαι/αἱροῦμαι(= εκλέγω)

  1. καταλαμβάνω, κυριεύω, αρπάζω
  2. συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω
  3. νικώ, κερδίζω
  4. αποδεικνύω

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στην παθητική φωνή αντικαθίσταται από το ἁλίσκομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]