αἱρέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας αἱρῶ
Παρατατικός ᾕρουν
Μέλλοντας αἱρήσω
Αόριστος εἷλον
Παρακείμενος ᾕρηκα
Υπερσυντέλικος ᾑρήκειν
Συντελεσμένος Μέλλοντας


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἱρέω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ser-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αἱρέω/αἱρῶ : αἱρέομαι/αἱροῦμαι(= εκλέγω)

  1. καταλαμβάνω, κυριεύω, αρπάζω
  2. συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω
  3. νικώ, κερδίζω
  4. αποδεικνύω

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

στη παθητική φωνή αντικαθίσταται από το αλίσκομαι