προτιμώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προτιμώ < καθαρεύουσα προτιμῶ < αρχαία ελληνική προτιμάω-ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προτιμώ και ασυναίρετο προτιμάω

  1. δείχνω την προτίμησή μου ή πάντως αισθάνομαι προτίμηση για κάτι, επιλέγω μεταξύ εναλλακτικών προτάσεων, ειδών, ανθρώπων, καταστάσεων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]