συλλαμβάνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συλλαμβάνω < αρχαία ελληνική συλλαμβάνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συλλαμβάνω

  1. πιάνω κάποιον ύποπτο ή κατηγορούμενο για παράνομη πράξη και τον εμποδίζω να φύγει για να τον οδηγήσω στο αστυνομικό τμήμα ή στη φυλακή
    η αστυνομία συνέλαβε τον ύποπτο μετά από τηλεφώνημα αγνώστου
  2. (για μηχανήματα) αντιλαμβάνομαι σήματα
    αυτή η συσκευή καταγραφής συλλαμβάνει και τον απειροελάχιστο ψίθυρο
  3. καθίσταμαι έγκυος
    μερικές γυναίκες δεν μπορούν να συλλάβουν, ενώ δεν έχουν παθολογικό πρόβλημα
  4. κατανοώ
    κάποια πράγματα δεν μπορεί να τα συλλάβει ο ανθρώπινος νους
  5. (μεταφορικά) εμφανίζεται στο νου μου μια παράσταση ή μια ιδέα
    τυχαία περιστατικά μπορεί να κάνουν έναν επιστήμονα να συλλάβει μια σπουδαία ιδέα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συλλαμβάνω < σύν + λαμβάνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συλλαμβάνω

  1. συμμαζεύω, συγκεντρώνω μαζί διάφορα πράγματα
    • (ειδικότερα) συγκεντρώνω διασκορπισμένα στρατεύματα
  2. παίρνω μαζί, αποκομίζω
  3. (για ομιλία) περιλαμβάνω
  4. συνδυάζω κατά την εκφώνηση