enceinte

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
enceinte enceintes

enceinte (fr) θηλυκό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
enceinte enceintes

enceinte (fr) θηλυκό

  1. φρούριο, τείχος
  2. ο χώρος που περικλείεται από ένα τείχος
  3. ηχείο