αἱρέομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

αἱρέομαι (μέση φωνή του αἱρέω)

  1. εκλέγω
  2. προτιμώ
    ὀλίγον φαγεῖν αἱρεῖσθε
  3. (παθητικοί τύποι) εκλέγομαι