καταλαμβάνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: καταλαβαίνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταλαμβάνω < αρχαία ελληνική καταλαμβάνω < κατά + λαμβάνω (3,4. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική occuper. 5. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική emparer)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ta.lamˈva.nɔ/
συλλαβισμός: κα‐τα‐λαμ‐βά‐νω

Ρήμα[επεξεργασία]

καταλαμβάνω (παθητική φωνή: καταλαμβάνομαι)

  1. αποκτώ τον έλεγχο ενός χώρου που προηγουμένως δεν μου ανήκε
  2. εντοπίζω (ξαφνικά) κάποιον να κάνει κάτι (ενίοτε επιλήψιμο)
  3. λαμβάνω κάποιο αξίωμα ή θέση
  4. καλύπτω κάποια έκταση, τοπική ή χρονική
  5. (μεταφορικά) κυριεύω, πιάνω
    μ’ έχει καταλάβει μανία καταδιώξεως.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Σημείωση: Οι συνοπτικοί τύποι χωρίς εσωτερική αύξηση (θέμα καταλαβ) ταυτίζονται με τους τύπους του ρήματος καταλαβαίνω.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]