Μετάβαση στο περιεχόμενο

seize

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας seize
γ΄ ενικό ενεστώτα seizes
αόριστος seized
παθητική μετοχή seized
ενεργητική μετοχή seizing

seize (en)

  1. (μεταβατικό) αρπάζω, σφίγγω, πιάνω κάτι σφιχτά και το κρατώ δυνατά
    παράδειγμα  She seized my arm.
    Μου άρπαξε το μπράτσο.
    παράδειγμα  I seize someone’s arm.
    Σφίγγω το μπράτσο κάποιου.
     συνώνυμα:  δείτε τις λέξεις grab και grasp
  2. (μεταβατικό) κυριεύω, κατακτώ, θέτω ένα μέρος ή μια κατάσταση υπό έλεγχο μου, συχνά ξαφνικά και βίαια
    παράδειγμα  I seize a country.
    Κυριεύω μια χώρα.
    παράδειγμα  They seized the castle.
    Κατέκτησαν το κάστρο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη conquer
  3. (μεταβατικό) πιάνω, συλλαμβάνω κάποιον
    παράδειγμα  They seized an enemy ship.
    Έπιασαν/Συνέλαβαν ένα εχθρικό πλοίο.
     συνώνυμα: capture
  4. (μεταβατικό) κατάσχω
    παράδειγμα  Three kilos of hashish were seized from his hands.
    Στα χέρια του κατασχέθηκαν τρία κιλά χασίς.
    παράδειγμα  The seized items were auctioned off by the court.
    Τα κατασχεθέντα αντικείμενα εκπλειστηριάστηκαν από το δικαστήριο.
  5. (μεταβατικό) αρπάζω μια ευκαιρία
    παράδειγμα  She seized the opportunity and got rich.
    Άρπαξε την ευκαιρία και πλούτισε.
     συνώνυμα:  grab και grasp
  6. (μεταβατικό) πιάνω, για ένα συναίσθημα που επηρεάζει κάποιον ξαφνικά και βαθιά
    παράδειγμα  Panic seized me.
    Με έπιασε πανικός.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

seize (fr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

seize (fr) αρσενικό