grasp

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

grasp (en)

  1. αρπάζω, πιάνω σφιχτά
  2. κατανοώ