Μετάβαση στο περιεχόμενο

clasp

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας clasp
γ΄ ενικό ενεστώτα clasps
αόριστος clasped
παθητική μετοχή clasped
ενεργητική μετοχή clasping

clasp (en) (μεταβατικό)

  1. σφίγγω, πιάνω κάτι σφιχτά στο χέρι μου
    παράδειγμα  He clasped the rope.
    Έσφιξε το σχοινί.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη grasp
  2. σφίγγω, κρατώ κάποιον ή κάτι σφιχτά με τα χέρια μου
    παράδειγμα  They were clasped in each other’s arms.
    Σφίχτηκαν στην αγκαλιά ο ένας του άλλου.