clutch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Audio (US) 


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

clutch (en), πληθυντικός: clutches

  1. ο συμπλέκτης (o μηχανισμός σύμπλεξης-αποσύμπλεξης και το πεντάλ, το αμπραγιάζ
  2. χέρι ή νύχι που έχει αδράξει γερά κάτι
  3. μικρή τσάντα χωρίς λουρί ή λαβή, που μοιάζει με φάκελο
  4. πολλά αβγά, πουλάκια ή άνθρωποι μαζί, ως σύνολο
  5. μια κρίσιμη κατάσταση


Ρήμα[επεξεργασία]

clutch (en)

  • αδράχνω, κρατώ γερά
    She clutched her purse tightly - Έσφιξε το τσαντάκι της δυνατά

Επίθετο[επεξεργασία]

clutch (en)

  • (ΗΠΑ) που τείνει να λειτουργεί καλά σε δύσκολες συνθήκες, υπό πίεση



Νορβηγικά (no) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

clutch < (άμεσο δάνειο) αγγλική clutch

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

clutch (no) και kløtsj

Συνώνυμα[επεξεργασία]