clutch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

clutch (en), πληθυντικός: clutches

  1. ο συμπλέκτης (o μηχανισμός σύμπλεξης-αποσύμπλεξης και το πεντάλ, το αμπραγιάζ
  2. χέρι ή νύχι που έχει αδράξει γερά κάτι
  3. μικρή τσάντα χωρίς λουρί ή λαβή, που μοιάζει με φάκελο
  4. πολλά αβγά ή πουλάκια μαζί, ως σύνολο
  5. μια κρίσιμη κατάσταση


Open book 01.svg Ρήμα[]

clutch (en)

  1. αδράχνω, κρατώ γερά
    She clutched her purse tightly and walked nervously into the building.

Open book 01.svg Επίθετο[]

clutch (en)

  1. (ΗΠΑ) που τείνει να λειτουργεί καλά σε δύσκολες συνθήκες, υπό πίεση

Flag of Norway.svg Νορβηγικά (no) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

clutch < αγγλική clutch

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

clutch (no) και kløtsj

  1. συμπλέκτης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]