αρπάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρπάζω < αρχαία ελληνική ἁρπάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αρπάζω, παθητικό αρπάζομαι, παθητική μετοχή αρπαγμένος

  1. πιάνω κάτι με ορμητική κίνηση
  2. αφαιρώ βίαια κάτι από κάποιον
  3. (αμετάβατο) καίγομαι ελαφρά


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]