άρπαγας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άρπαγας < αρχαία ελληνική ἅρπαξ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈaɾ.pa.ɣas/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άρπαγας αρσενικό

  1. αυτός που αρπάζει
  2. κλέφτης, σφετεριστής
  3. πλεονέκτης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]