καίγομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καίγομαι < αρχαία ελληνική καίομαι, παθητική φωνή του ρήματος καίω, άγνωστης ετυμολογίας και χωρίς συγγενείς λέξεις έξω από την ελληνική

Open book 01.svg Ρήμα[]

καίγομαι, παρατ.: καιγόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα καώ, αόρ.: κάηκα , μτχ.π.π.: καμένος

  1. καταστρέφομαι από φλόγα, φωτιά
  2. (μεταφορικά) για έντονο συναίσθημα, επιθυμία κλπ
  3. (στον αόριστο) για σύντομη επαφή με φλόγα που προκάλεσε πόνο
  4. καταστρέφομαι
    εδώ ο κόσμος καίγεται κι αυτός το χαβά του
  5. για υψηλό πυρετό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καίω
    καίγεται από επιθυμία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φλέγομαι


Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]