χαλάει ο κόσμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλάει ο κόσμος < χαλώ + κόσμος

Έκφραση[επεξεργασία]

χαλάει ο κόσμος

  • υπάρχει μεγάλη αναστάτωση, μεγάλη φασαρία
    Πριν βάλω το κλειδί στην ξώπορτα κοντοστάθηκα να μαντέψω τι σόι επισκέψεις είχαν οι νοικοκυραίοι μας και χαλούσε ο κόσμος. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]