αναστάτωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναστάτωση αναστατώσεις
γενική αναστάτωσης
& αναστατώσεως
αναστατώσεων
αιτιατική αναστάτωση αναστατώσεις
κλητική αναστάτωση αναστατώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναστάτωση < ελληνιστική κοινή ἀναστατόω ή αρχαία ελληνική ἀναστάτωσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναστάτωση θηλυκό (πιο δόκιμος ο ενικός)

  1. αναταραχή, ταραχή, κομφούζιο, προβληματική λειτουργία σε μηχανισμούς με οργανωμένο χρονοδιάγραμμα
    'Μετά τη φάρσα για βόμβα επακολούθησε μια αναστάτωση καθώς κανένας μας δεν ήξερε πότε θα απογειωθούν τα αεροπλάνα
    Εξαιτίας της απεργίας προκλήθηκε αναστάτωση σε όλα τα δρομολόγια
  2. λαχτάρα, ερωτικός ή συναισθηματικός ξεσηκωμός
    Οταν με πλησιάζει αυτό το κορίτσι, νιώθω μια γλυκειά αναστάτωση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]