αναταραχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναταραχή οι αναταραχές
      γενική της αναταραχής των αναταραχών
    αιτιατική την αναταραχή τις αναταραχές
     κλητική αναταραχή αναταραχές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναταραχή < αναταράσσω (αναταράζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναταραχή θηλυκό

  1. η αναστάτωση και η αποδιοργάνωση που επικρατεί όταν κάτι ταράζεται
νέα παγκόσμια αναταραχή από τη διχόνοια ανατολής και δύσης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]