Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: troublé

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
trouble troubles


trouble (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η φροντίδα, η έγνοια, ο μπελάς, η φασαρία, ένα πρόβλημα ή δύσκολη κατάσταση
    I get into a lot of trouble.
    Μπαίνω σε πολλές φροντίδες.
    money/family troubles - χρηματικές/οικογενειακές έγνοιες
    I don’t want to cause you any trouble.
    Δεν θέλω να σας βάλω σε κανένα μπελά.
    I am in trouble with the police.
    Έχω φασαρίες με την αστυνομία.
    Did you have a lot of trouble finding our house?
    Είχατε πολλή φασαρία να βρείτε το σπίτι μας;
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη worry
  2. (μη μετρήσιμο) η φροντίδα, πολλή προσπάθεια ή δουλειά
    Thank you for all of your trouble.
    Ευχαριστώ για όλες σου τις φροντίδες.
  3. προσπάθεια που καταβλήθηκε για να ξεπεραστεί μια δύσκολη κατάσταση
  4. πρόβλημα, δυσλειτουργία
  5. περιστατικό βίας


Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

trouble < troubler


ΔΦΑ : /tʁubl/


      ενικός         πληθυντικός  
trouble troubles

trouble (fr) αρσενικό

  1. η ταραχή, η φασαρία
  2. (ιατρική) η διαταραχή
  3. η αναστάτωση


      ενικός         πληθυντικός  
trouble troubles

trouble (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (για υγρά) θολός, ταραγμένος
  2. (για πράξεις) ύποπτος, σκοτεινός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]