trouble

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: troublé

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

trouble (en)

  1. πρόβλημα, μπελάς, φασαρία, δύσκολη κατάσταση
  2. προσπάθεια που καταβλήθηκε για να ξεπεραστεί μια δύσκολη κατάσταση
  3. πρόβλημα, δυσλειτουργία
  4. περιστατικό βίας



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

trouble < troubler

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tʁubl/
trouble 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
trouble troubles

trouble (fr) αρσενικό

  1. η ταραχή, η φασαρία
  2. (ιατρική) η διαταραχή
  3. η αναστάτωση

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
trouble troubles

trouble (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (για υγρά) θολός, ταραγμένος
  2. (για πράξεις) ύποπτος, σκοτεινός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]