trouble

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : troublé

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

trouble (en)

  1. πρόβλημα, μπελάς, φασαρία, δύσκολη κατάσταση
  2. προσπάθεια που καταβλήθηκε για να ξεπεραστεί μια δύσκολη κατάσταση
  3. πρόβλημα, δυσλειτουργία
  4. περιστατικό βίας



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

trouble < troubler

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /tʁubl/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
trouble troubles

trouble (fr) αρσενικό

  1. η ταραχή, η φασαρία
  2. (ιατρική) η διαταραχή

Open book 01.svg Επίθετο[]

ενικός πληθυντικός
trouble troubles

trouble (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (για υγρά) θολός, ταραγμένος
  2. (για πράξεις) ύποπτος, σκοτεινός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]