φροντίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φροντίδα φροντίδες
γενική φροντίδας φροντίδων
αιτιατική φροντίδα φροντίδες
κλητική φροντίδα φροντίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φροντίδα < μεσαιωνική ελληνική φροντίδα < αρχαία ελληνική φροντίς < φρονέω / φρονῶ < φρήν < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷʰren- (νους, ψυχή)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɾɔn.ˈdi.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φροντίδα θηλυκό

  1. η έγνοια και το ενδιαφέρον καθώς και η έμπρακτη εκδήλωσή τους προς κάποιον ή κάτι
  2. αγωνία, σκοτούρα, ανησυχία
  3. προσπάθεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]