αγωνία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀγωνία, αγονία, ἀγονία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγωνία οι αγωνίες
      γενική της αγωνίας των αγωνιών
    αιτιατική την αγωνία τις αγωνίες
     κλητική αγωνία αγωνίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγωνία < αρχαία ελληνική ἀγωνία < ἀγών < ἄγω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eǵ- (ἄγω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγωνία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]