αγωνιώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγωνιώδης αγωνιώδης αγωνιώδες
γενική αγωνιώδους αγωνιώδους αγωνιώδους
αιτιατική αγωνιώδη αγωνιώδη αγωνιώδες
κλητική αγωνιώδη(ς) αγωνιώδης αγωνιώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγωνιώδεις αγωνιώδεις αγωνιώδη
γενική αγωνιωδών αγωνιωδών αγωνιωδών
αιτιατική αγωνιώδεις αγωνιώδεις αγωνιώδη
κλητική αγωνιώδεις αγωνιώδεις αγωνιώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγωνιώδης < αγωνία + -ώδης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική anxieux)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγωνιώδης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]