Μετάβαση στο περιεχόμενο

-ώδης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -ώδης η -ώδης το -ώδες
      γενική του -ώδους της -ώδους του -ώδους
    αιτιατική τον -ώδη τη(ν) -ώδη το -ώδες
     κλητική -ώδη(ς) -ώδης -ώδες
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -ώδεις οι -ώδεις τα -ώδη
      γενική των -ωδών των -ωδών των -ωδών
    αιτιατική τους -ώδεις τις -ώδεις τα -ώδη
     κλητική -ώδεις -ώδεις -ώδη
Κατηγορία όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-ώδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -ώδης [1], για σύγχρονους επιστημονικούς όρους < (διαγλωσσικοί όροι) -ode[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈo.ðis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δης

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ώδης, -ης, -ες

  1. (λόγιο) παραγωγική κατάληξη επιθέτων που φανερώνουν οσμή
    ευώδης, δυσώδης
  2. παραγωγική κατάληξη επιθέτων που φανερώνουν ομοιότητα ή ιδιότητα και συχνά αφθονία ή πλησμονή
    λοιμώδης, φρικώδης, αφρώδης, ελώδης, χαώδης, ακανθώδης
  3. και μειωτικό
    παδιαριώδης

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. -ώδης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  • -ώδης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ώδης, -ης, -ες

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / -ώδης τὸ -ῶδες
      γενική τοῦ/τῆς -ώδους τοῦ -ώδους
      δοτική τῷ/τῇ -ώδει τῷ -ώδει
    αιτιατική τὸν/τὴν -ώδη τὸ -ῶδες
     κλητική ! -ῶδες -ῶδες
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ -ώδεις τὰ -ώδη
      γενική τῶν -ώδων τῶν -ώδων
      δοτική τοῖς/ταῖς -ώδεσ(ν) τοῖς -ώδεσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς -ώδεις τὰ -ώδη
     κλητική ! -ώδεις -ώδη
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ -ώδει τὼ -ώδει
      γεν-δοτ τοῖν -ώδοιν τοῖν -ώδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'μανιώδης' όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-ώδης < θέμα *οδ- με έκταση του -ο- σε ωμέγα λόγω της συνθετικής έκτασης. Από το ίδιο θέμα και τα ὄζω (< *οδjω), ὀσμή.[1]

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ώδης, -ης, -ες

  1. (αρχικά) παραγωγική κατάληξη επιθέτων που φανέρωνων οσμή
    εὐώδης, δυσώδης
  2. και επέκταση σε επίθετα, με σημασία ιδιότητα ή μορφή όπως δηλώνεται στο πρώτο συνθετικό
    λαβυρινθώδης

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.