χαώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαώδης χαώδης χαώδες
γενική χαώδους χαώδους χαώδους
αιτιατική χαώδη χαώδη χαώδες
κλητική χαώδη(ς) χαώδης χαώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαώδεις χαώδεις χαώδη
γενική χαωδών χαωδών χαωδών
αιτιατική χαώδεις χαώδεις χαώδη
κλητική χαώδεις χαώδεις χαώδη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαώδης < χάος + -ώδης

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.ˈɔ.ðis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /xa.ˈɔ.ðɛs/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

χαώδης, -ης, -ες

  1. που δεν έχει τάξη, οργάνωση ή σαφήνεια
     συνώνυμα: ασαφής, μπερδεμένος, χαοτικός
     αντώνυμα: ξεκάθαρος, οργανωμένος, σαφής, τακτικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]