σαφήνεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαφήνεια οι σαφήνειες
      γενική της σαφήνειας των σαφηνειών
    αιτιατική τη σαφήνεια τις σαφήνειες
     κλητική σαφήνεια σαφήνειες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαφήνεια < αρχαία ελληνική σαφήνεια

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαφήνεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα ενός νοήματος να είναι καθαρό και κατανοητό

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαφήνεια < σάφα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαφήνεια θηλυκό

  1. σαφήνεια