σαφής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σαφής σαφής σαφές
γενική σαφούς σαφούς σαφούς
αιτιατική σαφή σαφή σαφές
κλητική σαφή(ς) σαφής σαφές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σαφείς σαφείς σαφή
γενική σαφών σαφών σαφών
αιτιατική σαφείς σαφείς σαφή
κλητική σαφείς σαφείς σαφή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαφής < αρχαία ελληνική σαφής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σαφής, -ής, -ές

  1. που γίνεται απόλυτα κατανοητός ή λέγεται με βεβαιότητα και δεν αφήνει περιθώρια για λανθασμένη ερμηνεία
    Οι τρεις γενικοί γραμματείς του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας θα παραμείνουν στις θέσεις τους- δεν πρόκειται να αντικατασταθούν! Αυτή τη σαφή διαβεβαίωση τους έδωσε ο υπουργός ... (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Οκτωβρίου 2010)
  2. που χαρακτηρίζεται από διαυγή αντίληψη της πραγματικότητας και βεβαιότητα
    πολλοί χρήστες του διαδικτύου δεν έχουν σαφή αντίληψη για τους πιθανούς κινδύνους στις συναλλαγές τους
  3. ευδιάκριτος, φανερός, καλά αντιληπτός
    Eκτός απ τους δύο κλιβάνους που ανάγονται σε διαφορετικές εποχές, βρέθηκε τμήμα του πλινθοστρωμένου δαπέδου με σαφή ίχνη πυράς. (Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23 Ιουλίου 1995)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • [[εγιναν

]] , εναργής

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]