ασαφής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ασαφής ασαφής ασαφές
γενική ασαφούς ασαφούς ασαφούς
αιτιατική ασαφή ασαφή ασαφές
κλητική ασαφή(ς) ασαφής ασαφές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασαφείς ασαφείς ασαφή
γενική ασαφών ασαφών ασαφών
αιτιατική ασαφείς ασαφείς ασαφή
κλητική ασαφείς ασαφείς ασαφή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασαφής < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασαφής, -ής, -ές

  1. που δεν είναι σαφής, δεν είναι ξεκάθαρος, δημιουργεί αμφιβολία
    η επιτροπή των εξετάσεων επικρίθηκε διότι κάποια από τα ερωτήματα που έθεσε θεωρήθηκαν ασαφή

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]