σαφούς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

σαφούς

  1. σαφής, στη γενική του ενικού
  2. σαφές, στη γενική του ενικού