απτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἁπτός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απτός απτή απτό
γενική απτού απτής απτού
αιτιατική απτό απτή απτό
κλητική απτέ απτή απτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απτοί απτές απτά
γενική απτών απτών απτών
αιτιατική απτούς απτές απτά
κλητική απτοί απτές απτά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απτός < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική < ἅπτω
για τη σημασία «φανερός» < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική tangible [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈptos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐πτός

Επίθετο[επεξεργασία]

απτός, -ή, -ό

  1. που μπορεί κανείς να αγγίξει
     συνώνυμα: χειροπιαστός
  2. (μεταφορικά) ολοφάνερος, ξεκάθαρος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]