άπτομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άπτομαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἅπτομαι < αρχαία ελληνική ἅπτομαι[1][2] < παθητική φωνή του ρήματος ἅπτω (αγγίζω)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈa.pto.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ά‐πτο‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]άπτομαι (αποθετικό ρήμα, ελλειπτικό ρήμα)
- (λόγιο, μεταφορικά, με γενική) αγγίζω, αναφέρομαι σε, σχετίζομαι με
Η τοποθέτησή σας δεν άπτεται του θέματος.- ≈ συνώνυμα: αφορώ, σχετίζομαι με,
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | άπτομαι | απτόμουν(α) | θα άπτομαι | να άπτομαι | ||
| β' ενικ. | άπτεσαι | απτόσουν(α) | θα άπτεσαι | να άπτεσαι | άπτου | |
| γ' ενικ. | άπτεται | απτόταν(ε) | θα άπτεται | να άπτεται | ||
| α' πληθ. | απτόμαστε | απτόμαστε απτόμασταν |
θα απτόμαστε | να απτόμαστε | ||
| β' πληθ. | άπτεστε | απτόσαστε απτόσασταν |
θα άπτεστε | να άπτεστε | άπτεστε | |
| γ' πληθ. | άπτονται | άπτονταν απτόντουσαν |
θα άπτονται | να άπτονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | άφθηκα | θα αφθώ | να αφθώ | αφθεί | ||
| β' ενικ. | άφθηκες | θα αφθείς | να αφθείς | |||
| γ' ενικ. | άφθηκε | θα αφθεί | να αφθεί | |||
| α' πληθ. | αφθήκαμε | θα αφθούμε | να αφθούμε | |||
| β' πληθ. | αφθήκατε | θα αφθείτε | να αφθείτε | αφθείτε | ||
| γ' πληθ. | άφθηκαν αφθήκαν(ε) |
θα αφθούν(ε) | να αφθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αφθεί | είχα αφθεί | θα έχω αφθεί | να έχω αφθεί | ||
| β' ενικ. | έχεις αφθεί | είχες αφθεί | θα έχεις αφθεί | να έχεις αφθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αφθεί | είχε αφθεί | θα έχει αφθεί | να έχει αφθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αφθεί | είχαμε αφθεί | θα έχουμε αφθεί | να έχουμε αφθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αφθεί | είχατε αφθεί | θα έχετε αφθεί | να έχετε αφθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αφθεί | είχαν αφθεί | θα έχουν αφθεί | να έχουν αφθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] άπτομαι
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ άπτομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ άπτομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Ρήματα ελλειπτικά (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)