Μετάβαση στο περιεχόμενο

άπτομαι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἅπτομαι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άπτομαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἅπτομαι < αρχαία ελληνική ἅπτομαι[1][2] < παθητική φωνή του ρήματος ἅπτω (αγγίζω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.pto.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: άπτομαι

άπτομαι (αποθετικό ρήμα, ελλειπτικό ρήμα)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. άπτομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. άπτομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)