αγγίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀγγίζω, ταγγίζω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγγίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐγγίζω (φέρνω κοντά) < ἐγγύς [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aŋˈɟi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγ‐γί‐ζω

Ρήμα[επεξεργασία]

αγγίζω και εγγίζω, πρτ.: άγγιζα, στ.μέλλ.: θα αγγίξω, αόρ.: άγγιξα, παθ.φωνή: άγγισα, μτχ.π.π.: αγγίζομαι

  1. ακουμπώ κάτι με την άκρη των δαχτύλων μου, πολύ απαλά
    Απαγορεύεται να αγγίζετε τα εκθέματα του μουσείου
  2. ασχολούμαι με κάτι νέο, πολύ επιφανειακά, χωρίς να εμβαθύνω
  3. (μεταφορικά) πειράζω κάποιον, τον προκαλώ φιλικά
  4. (μεταφορικά) συγκινώ κάποιον
    με άγγιξαν πολύ τα λόγια του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

προσεγγίζω

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]