αγγίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ταγγίζω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

δάχτυλα που αγγίζουν την επιφάνεια του νερού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγίζω < εγγίζω < εγγύς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈɟi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγγίζω και εγγίζω , πρτ.: άγγιζα, στ.μέλλ.: θα αγγίξω, αόρ.: άγγιξα, παθ.φωνή: αγγίζομαι, μτχ.π.π.: αγγιγμένος

  1. ακουμπώ κάτι με την άκρη των δαχτύλων μου, πολύ απαλά
    Απαγορεύεται να αγγίζετε τα εκθέματα του μουσείου
  2. ασχολούμαι με κάτι νέο, πολύ επιφανειακά, χωρίς να εμβαθύνω
  3. (μεταφορικά) πειράζω κάποιον, τον προκαλώ φιλικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

προσεγγίζω

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]