πειράζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειράζω < αρχαία ελληνική πειράζω < πεῖρα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πειράζω

  1. ενοχλώ
  2. ακουμπώ και μετακινώ ή αλλάζω ελαφρά τη θέση
  3. αστεΐζομαι, περιπαίζω, χωρατεύω
  4. βλάπτω, κάνω κακό
  5. (μεταφορικά) κάνω μετατροπές, προσθήκες ή μικροαλλαγές, αλλάζω κάτι, ειδικά σε συσκευές ή μηχανές
    έχει πειράξει την εξάτμιση για να έχει καλύτερη απόδοση, αλλά κάνει πιο πολύ φασαρία τώρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειράζω < πεῖρα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πειράζω

  1. δοκιμάζω
  2. προσπαθώ
  3. δελεάζω, βάζω σε πειρασμό
  4. (ειδικότερα) (κακόσημο) προσπαθώ να παρασύρω σε κάτι κακό