ἅπτω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἅπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ap- (αγγίζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἅπτω

  1. ανάβω (τα σύνθετα του ενεργητικού ρήματος και η μέση φωνή του ἅπτομαι ήταν πολύ συνηθέστερα)
    • ὅκως στυππεῖον περὶ τοὺς ὀιστοὺς περιθέντες ἅψειαν (έβαζαν φωτιά στα στουπιά που είχαν τυλίξει στα βέλη τους) (Ηρ. Ιστ. 8.52)
  2. προσάπτω, συνάπτω, συνδέω
    • ἄγε δὴ καὶ χορὸν ἅψωμεν (ας μπούμε στο χορό) (Αισχ.Ευμ. 307)
    • ἅψας ἀμφοτέρωθεν ἐϋστρεφὲς ἔντερον οἰός (έδεσε στα δύο άκρα <του τόξου> το ελαστικό έντερο του πρόβατου) (Ομ. Οδ. 21.408)
    • φασίν, βρόχῳ γ᾽ ἅψασαν εὐγενῆ δέρην (λένε <πως αυτοκτόνησε> περνώντας μια θηλιά στο απαλό της λαιμό) (Ευρ. Ελένη, 136)
Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Απαρέμφατα-Μετοχές
Ενεστώτας ἅπτω άπτειν ἅπτων-ουσα-ον
Παρατατικός (-ηπτον)
Μέλλοντας (-αψω) {-αψειν) (-αψων, -ουσα, -ον)
Αόριστος ἧψα ἅψαι ἅψας-ασα-αν
Παρατηρήσεις οι εντός παρενθέσεων τύποι μόνον σε συνθετα


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]