Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἅπτω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: άπτομαι

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἅπτω < πρωτοελληνική *áptō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ep-. Συγγενή: χεττιτική 𒄩𒀊𒍣 (ḫapp-ᶻⁱ, συνδέω) και λατινική aptus (αρμόδιος, κατάλληλος). Η αρχική δασεία είναι δευτερεύουσα από το ἕπω (φροντίζω) ενώ το ριζοληκτικό δασύ -φ- είναι αναλογικό προς τα ταφ-, σκαφ- κτλ.[1] Κατ' άλλους άγνωστης ετυμολογίας[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /há.ptɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πτω

ἅπτω (ᾰ)

  1. (μέση φωνή, με γενική) αγγίζω, ψαύω, ψηλαφώ, ακουμπώ
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 19 (τ. Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Νίπτρα.), στίχ. 473
    ἁψαμένη δὲ γενείου Ὀδυσσῆα προσέειπεν
    ώσπου ακούμπησε το χέρι της στου Οδυσσέα το γένι | και μετά βίας μίλησε
    Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
  2. (μέση φωνή, με γενική) πιάνω, για καρπό κόβω
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 32.6
    καί σφεας προσελθόντας ἅπτεσθαι τοῦ ἐπεόντος ἐπὶ τῶν δενδρέων καρποῦ, ἁπτομένοισι δέ σφι ἐπελθεῖν ἄνδρας σμικρούς, μετρίων ἐλάσσονας ἀνδρῶν, λαβόντας δὲ ἄγειν σφέας
    πλησίασαν λοιπόν να κόψουν τους καρπούς που κρέμονταν από τα δέντρα, και καθώς τους έκοβαν, έπεσαν απάνω τους κάτι κοντοί άνθρωποι, με ανάστημα κάτω από το μέτριο, τους έπιασαν και τους πήραν μαζί τους
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  3. (μέση φωνή, με γενική, κυρίως μεταφορικά) επιτίθεμαι, προσβάλλω, τα βάζω με κάποιον
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Νεμεονίκαις, 8. (Δεινίδι (Δεινίᾳ υἱῷ Μέγα) (Αιγηνήτη) σταδιεῖ), 22
    ἅπτεται δ' ἐσλῶν ἀεί, χειρόνεσσι δ' οὐκ ἐρίζει.
    λείπει η μετάφραση
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 5 (Τερψιχόρη), 92γ.4
    ἑστεῶτες ἐπὶ τῶν θυρέων ἀλλήλων ἅπτοντο καταιτιώμενοι
    στάθηκαν στην αυλόπορτα κι ο ένας τα ᾽βαζε με τον άλλο
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  4. (ενεργητική φωνή, με αιτιατική) ανάβω, βάζω/δίνω φωτιά, πυροδοτώ
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 8 (Οὐρανία), 52.1
    ὅκως στυππεῖον περὶ τοὺς ὀιστοὺς περιθέντες ἅψειαν, ἐτόξευον ἐς τὸ φράγμα.
    τύλιγαν τα βέλη με στουπιά, τους έδιναν φωτιά κι αμέσως τα έριχναν με τα τόξα πάνω στον φράχτη.
    Μετάφραση (1995): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Δ, 100.4
    ἡ δὲ πνοὴ ἰοῦσα στεγανῶς ἐς τὸν λέβητα, ἔχοντα ἄνθρακάς τε ἡμμένους καὶ θεῖον καὶ πίσσαν, φλόγα ἐποίει μεγάλην καὶ ἧψε τοῦ τείχους
    Ο αέρας, μέσ᾽ από το κούφιο δοκάρι, έμπαινε με ορμή στο καζάνι όπου είχαν βάλει αναμμένα κάρβουνα, θειάφι και πίσσα και γινόταν φλόγα μεγάλη που έβαλε φωτιά στο τείχος
    Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greeklanguage.gr
  5. (ενεργητική φωνή, με αιτιατική) προσάπτω, συνάπτω, συνδέω, δένω, περνώ
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 21 (φ. Τόξου θέσις.), στίχ. 408
    ἅψας ἀμφοτέρωθεν ἐϋστρεφὲς ἔντερον οἰός
    δένοντας | πάνω κάτω καλοστριμμένη την αρνίσια κόρδα
    Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
    έδεσε στα δύο άκρα <του τόξου> το ελαστικό έντερο του πρόβατου
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Εὐμενίδες, στίχ. 307
    ἄγε δὴ καὶ χορὸν ἅψωμεν
    Έλα εμπρός σε χορόν ένα κύκλο ας δεθούμε
    Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἑλένη, στίχ. 136
    φασίν, βρόχῳ γ᾽ ἅψασαν εὐγενῆ δέρην
    Ναι, μια θηλιά περνώντας στον λαιμό της.
    Μετάφραση (2006): Τάσος Ρούσσος, Αθήνα: ΟΕΔΒ @greeklanguage.gr
    λένε, με θηλιά που έδεσε γύρω από τον απαλό της λαιμό
  6. (μέση φωνή, με γενική) προχωρώ κοντά σε κάποιον
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, Ε, 4.43
    καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπτεσθαι τῶν ἀνδρῶν παρεκελεύετο
    λέγοντας στους άνδρες του να προχωρούν κοντά του
    Μετάφραση (2012, 1η:1966): Ρόδης Ρούφος. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greeklanguage.gr

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]
  • Επικοί τύποι
    • β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής μεσοπαθητικού ενεστώτα ἅπτεαι (Οδύσσεια 10.379)
    • β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής μέσου αορίστου ἅψαο (Θεόκριτος, Ειδύλλια, 27. Οαριστύς, 49)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἅπτω σελ. 120 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  2. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.