συνδέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδέω < από την πρόθεση συν + δέω (=δένω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνδέω + ΑΙΤ, συνδέω + ΑΙΤ + με + ΑΙΤ, συνδέω + ΑΙΤ + σε + ΑΙΤ.

Παθητική φωνή: συνδέομαι

  1. ενώνω δύο πράγματα με υλικό ή άυλο δεσμό, ώστε να αποτελέσουν ένα σύνολο ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.
    Αγόρασα καλώδιο για να συνδέσω τους δύο υπολογιστές.
    Κατασκευάζουν έναν εναέριο διάδρομο, για να συνδέσουν τις δύο απομακρυσμένες πτέρυγες με το κυρίως κτήριο.
  2. εντάσσω κάτι σε ένα σύνολο ή ένα δίκτυο.
    Ήρθε το συνεργείο του δήμου για να μας συνδέσει με το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης.
  3. συσχετίζω, υποθέτω ότι υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ δύο στοιχείων ή δείχνω την ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσης.
    Οι αστυνομικοί δεν έχουν καταφέρει ακόμη να συνδέσουν τα ευρήματα από τον τόπο του εγκλήματος με τον κύριο ύποπτο.
  4. είμαι το στοιχείο που ενώνει δύο πράγματα μεταξύ τους.
    Τους συνδέει μακροχρόνια φιλία
    Έσπασε ο σωλήνας που μας συνδέει με το δίκτυο ύδρευσης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]