Μετάβαση στο περιεχόμενο

δέω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δέω < λείπει η ετυμολογία

δέω (ενεργητική φωνή ενεστώτα μόνο στο γ' πρόσωπο)  δείτε τη λέξη δει

  1.  δείτε τη λέξη πρέπει
  2. μπορώ να κάνω κάτι που το ήθελα από καιρό  δείτε τη λέξη εδέησα
  3. καταδέχομαι να ασχοληθώ με κάτι
    παράδειγμα  επιτέλους, πότε θα δεήσει ο κύριος διευθυντής να ασχοληθεί με το ζήτημά μας
  4. (στο γ' πρόσωπο, απροσώπως) για κάτι που επιτέλους έγινε
    παράδειγμα  εδέησε να βρέξει



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  δέω > δῶ    δοῦμαι 
Παρατατικός  ἔδουν   ἐδούμην 
Μέλλοντας  δήσω   δήσομαι & δεθήσομαι 
Αόριστος  ἔδησα   ἐδησάμην & ἐδέθην 
Παρακείμενος  δέδεκα   δέδεμαι 
Υπερσυντέλικος  ἐδεδέκειν   ἐδεδέμην 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
δέω < πρωτοελληνική ρίζα *déyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dh₁yéti < *deh₁-
δέω
  1. (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) δένω, προσδένω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 443
    ἠέ με δήσαντες λίπετ’ αὐτόθι νηλέϊ δεσμῷ
  2. (παθητική φωνή) δένω επάνω μου
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 44
    ποσσὶ δ’ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα
  3. (+ γενική) εμποδίζω κάποιον από κάτι
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 380
    ἀλλὰ σύ πέρ μοι εἰπέ, θεοὶ δέ τε πάντα ἴσασιν, ὅς τίς μ' ἀθανάτων πεδάᾳ καὶ ἔδησε κελεύθου, νόστον θ', ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσομαι ἰχθυόεντα.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
δέω < πρωτοελληνική ρίζα *dew(s)-, αβέβαιο

δέω

  1. (+ γενική) χρειάζομαι, απαιτώ
  2. (παθητική φωνή) έχω έλλειψη, στερούμαι

Εκφράσεις

[επεξεργασία]