δέω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δέω < → λείπει η ετυμολογία
Ρήμα
[επεξεργασία]δέω (ενεργητική φωνή ενεστώτα μόνο στο γ' πρόσωπο) → δείτε τη λέξη δει
- → δείτε τη λέξη πρέπει
- μπορώ να κάνω κάτι που το ήθελα από καιρό → δείτε τη λέξη εδέησα
- καταδέχομαι να ασχοληθώ με κάτι
επιτέλους, πότε θα δεήσει ο κύριος διευθυντής να ασχοληθεί με το ζήτημά μας
- (στο γ' πρόσωπο, απροσώπως) για κάτι που επιτέλους έγινε
εδέησε να βρέξει
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | δέω > δῶ | δοῦμαι |
| Παρατατικός | ἔδουν | ἐδούμην |
| Μέλλοντας | δήσω | δήσομαι & δεθήσομαι |
| Αόριστος | ἔδησα | ἐδησάμην & ἐδέθην |
| Παρακείμενος | δέδεκα | δέδεμαι |
| Υπερσυντέλικος | ἐδεδέκειν | ἐδεδέμην |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- δέω < πρωτοελληνική ρίζα *déyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dh₁yéti < *deh₁-
Ρήμα
[επεξεργασία]- δέω
- (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) δένω, προσδένω
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 443
- ἠέ με δήσαντες λίπετ’ αὐτόθι νηλέϊ δεσμῷ
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 443
- (παθητική φωνή) δένω επάνω μου
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 44
- ποσσὶ δ’ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 44
- (+ γενική) εμποδίζω κάποιον από κάτι
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 380
- ἀλλὰ σύ πέρ μοι εἰπέ, θεοὶ δέ τε πάντα ἴσασιν, ὅς τίς μ' ἀθανάτων πεδάᾳ καὶ ἔδησε κελεύθου, νόστον θ', ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσομαι ἰχθυόεντα.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 380
Σύνθετα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]- ἀγκιστρόδετος
- ἀδαμαντόδετος
- ἀδετος
- αἰχμόδετος
- ἀκρόδετος
- ἁλυσίδετος
- ἀμαλλοδετήρ
- ἀσκοδέτης
- αὐτόδετος
- γομφόδετος
- δέμα
- δέσις
- δέσμα
- δεσμός
- δετέον
- δετός
- δέτρον
- δητός
- ἐλεφαντόδετος
- ἐμβολοδέτης
- ζυγόδεσμον
- ἰόδετος
- ἰσχυρόδετος
- κερόδετος
- κηρόδετος
- κισσόδετης
- κρήδεμνον
- λινόδετος
- μαλλόδετος
- μαστόδετον
- μαχαιροδέτης
- μελάνδετος
- μιτρόδετος
- μολυβδόδετος
- ναύδετον
- ὀπισθόδετος
- ὀστοδέτης
- οὐλοδέτης
- πανδέτης
- πηρόδετος
- πλημνόδετον
- σαγνόδετος
- σιδηρόδετος
- σκελόδεσμον
- στρωματόδεσμον
- ταυρόδετος
- τιαρόδεσμον
- χαλκόδετος
- χρυσόδετος
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- δέω < πρωτοελληνική ρίζα *dew(s)-, αβέβαιο
Ρήμα
[επεξεργασία]δέω
- (+ γενική) χρειάζομαι, απαιτώ
- (παθητική φωνή) έχω έλλειψη, στερούμαι
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- «πολλοῦ δέω = έχω μεγάλη ανάγκη
- παντὸς δέω = έχω πλήρη έλλειψη
- μικροῦ, ὀλίγου ή τοσούτου δέω = απέχω λίγο, δεν υπάρχει λόγος να...
- δυῶν δέοντα τεσσαράκοντα ἔτεα = "παρά δύο σαράντα", τριάντα οκτώ
Πηγές
[επεξεργασία]- δέω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δέω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική ρίζα *déyō (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dh₁yéti (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική ρίζα *dew(s)- (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)