Μετάβαση στο περιεχόμενο

σύνδεσμος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Κατηγορία:Σύνδεσμοι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σύνδεσμος οι σύνδεσμοι
      γενική του συνδέσμου
& σύνδεσμου
των συνδέσμων
    αιτιατική τον σύνδεσμο τους συνδέσμους
& σύνδεσμους
     κλητική σύνδεσμε σύνδεσμοι
Κατηγορία όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σύνδεσμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύνδεσμος (Χρειάζεται ανάπτυξη)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsin.ðe.zmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : σύν‐δε‐σμος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σύνδεσμος αρσενικό

  1. (γραμματική) άκλιτη λέξη που συνδέει λέξεις ή φράσεις
    παράδειγμα  Παράρτημα:Γραμματική (νέα ελληνικά)#Σύνδεσμοι
    παράδειγμα  Παράρτημα:Γραμματική (αρχαία ελληνικά)#Σύνδεσμοι
    παράδειγμα  Κατηγορία:Σύνδεσμοι (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό, Κατηγορία:Σύνδεσμοι (αρχαία ελληνικά)
  2. (γενικά) κάθε τι που συνδέει πρόσωπα ή πράγματα
    ≈ συνώνυμα: αρμός, συνδετήρας
  3. οργανωμένη ομάδα ανθρώπων που επιδιώκουν έναν κοινό σκοπό
    ≈ συνώνυμα:  συνδικάτο
  4. (τεχνολογία του αυτοκινήτου) μέλος του συστήματος ανάρτησης που διαθέτει μια άρθρωση σε κάθε άκρο
  5. (ανατομία) λευκός, ινώδης ιστός που συνδέει και συγκρατεί τα οστά ή τα σπλάχνα
    ≈ συνώνυμα:  άρθρωση
  6. (στρατιωτικός όρος) μέσο επικοινωνίας (έκφραση που καλύπτει είτε τεχνικά είτε ανθρώπινα μέσα)
  7. (πληροφορική) link: ο υπερσύνδεσμος σε ένα υπερκείμενο, που οδηγεί σε άλλο υπερκείμενο, όπως οι σύνδεσμοι σε μια γλώσσα σήμανσης σαν την HTML
    < υπώνυμα: : εξωτερικός σύνδεσμος, εσωτερικός σύνδεσμος, εισερχόμενος σύνδεσμος

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ και δείτε τη λέξη συνδέω, σύν-, δεσμός

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]