σπλάχνο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπλάχνο σπλάχνα
γενική σπλάχνου σπλάχνων
αιτιατική σπλάχνο σπλάχνα
κλητική σπλάχνο σπλάχνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπλάχνο < αρχαία ελληνική σπλάγχνον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπλάχνο ουδέτερο

  1. γενική ονομασία για οποιοδήποτε από τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου ή άλλου ζωικού οργανισμού, κυρίως γι αυτά που βρίσκονται στην κοιλιακή χώρα, αλλά και τα πνευμόνια, τα γεννητικά όργανα και την καρδιά
  2. (συνεκδοχικά) (κυρίως ως προς τη μητέρα) το παιδί
  3. (μεταφορικά) το εσωτερικό μέρος σε κάτι που θέλουμε να το παρουσιάσουμε σαν ζωντανό οργανισμό
  4. (αργκό) η γκόμενα
    "καθόταν απόμερα με το σπλάχνο και σορόπιαζε"

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]