liaison

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
liaison liaisons

liaison (fr) θηλυκό

  1. σύνδεση
  2. σχέση
  3. (γραμματική) σύνδεσμος
  4. (γλωσσολογία) μέθοδος προφορικής σύνδεσης ενός τελικού συμφώνου μιας λέξης με την επόμενη όταν αυτή αρχίζει από φωνήεν ή ένα h muet. Στο Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο παριστάνεται με το σύμβολο « ‿  »