conjunction

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

conjunction < διαμέσου της παλιάς γαλλικής από τη λατινική coniūnctiō, "ένωση, σύνδεση" < coniungere "ενώνω, συνδέω"

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

conjunction (en)

  1. ένωση, σύνδεση
  2. (απαρχαιωμένο) σεξουαλική συνεύρεση
    • 1603, John Florio, translating Michel de Montaigne, Essays, vol. 1 ch. 29:
      Certaine Nations (and amongst others, the Mahometane) abhorre Conjunction with women great with childe.
  3. (γραμματική) σύνδεσμος
  4. (αστρονομία, αστρολογία) σύνοδος
  5. (λογική) η πρόταση που προκύπτει από το συνδυασμό δύο ή περισσότερων προτάσεων με τον λογικό τελεστή (\and)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []