σεξουαλικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σεξουαλικός σεξουαλική σεξουαλικό
γενική σεξουαλικού σεξουαλικής σεξουαλικού
αιτιατική σεξουαλικό σεξουαλική σεξουαλικό
κλητική σεξουαλικέ σεξουαλική σεξουαλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σεξουαλικοί σεξουαλικές σεξουαλικά
γενική σεξουαλικών σεξουαλικών σεξουαλικών
αιτιατική σεξουαλικούς σεξουαλικές σεξουαλικά
κλητική σεξουαλικοί σεξουαλικές σεξουαλικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεξουαλικός < γαλλική sexuel

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σεξουαλικός, -ή, -ό

  1. ο σχετικός με το φύλο, την αναπαραγωγή και τη γενετήσια πράξη
  2. ο ερωτικά ελκυστικός

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]