sexual

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

sexual (en)
σεξουαλικός

  1. ο ερωτικός, η ερωτική, το ερωτικό
  2. (αναπαραγωγικό σύστημα) ο φυλετικός, η φυλετική, το φυλετικό

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

sexual (es)