φυλετικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φυλετικός φυλετική φυλετικό
γενική φυλετικού φυλετικής φυλετικού
αιτιατική φυλετικό φυλετική φυλετικό
κλητική φυλετικέ φυλετική φυλετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυλετικοί φυλετικές φυλετικά
γενική φυλετικών φυλετικών φυλετικών
αιτιατική φυλετικούς φυλετικές φυλετικά
κλητική φυλετικοί φυλετικές φυλετικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλετικός < αρχαία ελληνική φυλετικός < φυλέτης (ομόφυλος, από την ίδια φυλή) < φυλή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φυλετικός

  1. σχετικός με τη φυλή
    • φυλετικές διακρίσεις/ φυλετικά χαρακτηριστικά
    • φυλετικός πόλεμος: ο εμφύλιος
  2. σχετικός με το φύλο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]