φυλετικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φυλετικός < αρχαία ελληνική φυλετικός < φυλέτης (ομόφυλος, από την ίδια φυλή) < φυλή
Επίθετο
[επεξεργασία]φυλετικός
- σχετικός με τη φυλή
φυλετικές διακρίσεις / φυλετικά χαρακτηριστικά
φυλετικός πόλεμος: ο εμφύλιος- ※ Τα Νέμεα καθιερώθηκαν ως Πανελλήνιοι Αγώνες το 573 π.Χ. Η τέλεσή τους γινόταν κάθε δύο χρόνια στην Νεμέα που βρίσκεται στα ανατολικά χαμηλά υψώματα των Αρκαδικών ορέων ανάμεσα σε διάφορες φυλετικές ενότητες. (Μουσείο της Ιστορίας των Ολυμπιακών αγώνων της αρχαιότητας, ανάκτηση στις 26/7/2025 )
- σχετικός με το φύλο