Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυλετικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φυλετικός η φυλετική το φυλετικό
      γενική του φυλετικού της φυλετικής του φυλετικού
    αιτιατική τον φυλετικό τη φυλετική το φυλετικό
     κλητική φυλετικέ φυλετική φυλετικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φυλετικοί οι φυλετικές τα φυλετικά
      γενική των φυλετικών των φυλετικών των φυλετικών
    αιτιατική τους φυλετικούς τις φυλετικές τα φυλετικά
     κλητική φυλετικοί φυλετικές φυλετικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυλετικός < αρχαία ελληνική φυλετικός < φυλέτης (ομόφυλος, από την ίδια φυλή) < φυλή

Επίθετο

[επεξεργασία]

φυλετικός

  1. σχετικός με τη φυλή
    παράδειγμα  φυλετικές διακρίσεις / φυλετικά χαρακτηριστικά
    παράδειγμα  φυλετικός πόλεμος: ο εμφύλιος
      Τα Νέμεα καθιερώθηκαν ως Πανελλήνιοι Αγώνες το 573 π.Χ. Η τέλεσή τους γινόταν κάθε δύο χρόνια στην Νεμέα που βρίσκεται στα ανατολικά χαμηλά υψώματα των Αρκαδικών ορέων ανάμεσα σε διάφορες φυλετικές ενότητες. (Μουσείο της Ιστορίας των Ολυμπιακών αγώνων της αρχαιότητας, ανάκτηση στις 26/7/2025 )
  2. σχετικός με το φύλο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]