εμφύλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐμφύλιος

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /eɱˈfi.li.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εμ‐φύ‐λι‐ος

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εμφύλιος η εμφύλια το εμφύλιο
      γενική του εμφύλιου της εμφύλιας του εμφύλιου
    αιτιατική τον εμφύλιο την εμφύλια το εμφύλιο
     κλητική εμφύλιε εμφύλια εμφύλιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εμφύλιοι οι εμφύλιες τα εμφύλια
      γενική των εμφύλιων των εμφύλιων των εμφύλιων
    αιτιατική τους εμφύλιους τις εμφύλιες τα εμφύλια
     κλητική εμφύλιοι εμφύλιες εμφύλια
Στη γενική ενικού και πληθυντικού
και την αιτιατική πληθυντικού συχνά κατεβαίνει ο τόνος
εμφυλίου, εμφυλίων, εμφυλίους όπως στο ουσιαστικό
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
εμφύλιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμφύλιος. Συγχρονικά αναλύεται σε εμ- + φύλ(ο) + -ιος

Επίθετο[επεξεργασία]

εμφύλιος, -α, -ο

  • (για συγκρούσεις) που γίνεται ανάμεσα σε ανθρώπους που ανήκουν στο ίδιο έθνος, φυλή ή γενικότερα στο ίδιο οργανωμένο σύνολο
    εμφύλιος πόλεμος, εμφύλια διαμάχη, εμφύλια σύρραξη

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εμφύλιος οι εμφύλιοι
      γενική του εμφυλίου
εμφύλιου
των εμφυλίων
    αιτιατική τον εμφύλιο τους εμφυλίους
     κλητική εμφύλιε εμφύλιοι
Το ουσιαστικό συνήθως κατεβάζει τον τόνο.
Δείτε και την κλίση του επιθέτου
Κατηγορία όπως «όροφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
εμφύλιος < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου εμφύλιος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμφύλιος αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]