guerre civile
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| guerre civile | guerres civiles |
guerre civile (fr) θηλυκό
- ο εμφύλιος πόλεμος, o εμφύλιος
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| guerre civile | guerres civiles |
guerre civile (fr) θηλυκό