ασύνδετος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασύνδετος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ασύνδετος, -η, -ο

  1. που δεν έχει συνδεθεί ή δεν μπορεί να συνδεθεί
  2. αυτοτελής, ανεξάρτητος
  3. ο χωρίς λογικό ειρμό
    μιλούσε με έναν τόσο ασύνδετο τρόπο που δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε

Μεταφράσεις[επεξεργασία]